| Ήταν λέει σαν να μάκραινε ο δρόμος |
| Περπατούσες κι είχε πέσει η βραδιά |
| Και στο πλάι σου εγώ με το βήμα μου αργό |
| Σε κρατούσα αγκαλιά, μα δε σε είχα |
| Σου μιλούσα προχτές όλη νύχτα |
| Κι εσύ μ' άκουγες ίσκιος κρυφός |
| Κι όπως μπαίνει η φωνή μες στου τρόμου τη σκηνή |
| Μου `πες: «Σβήσε το φως. Καληνύχτα.» |
| Σαν γυαλί μες στο χέρι της πόλης |
| Τα φιλιά μου ματώνω όπου βρω |
| Τα μεσάνυχτα εγώ σε σκοτώνω και ζω |
| Μα από κάπου μακριά η φωνή σου ξανά |
| να μου λέει: «Είμαι εδώ, μα δε σε βρήκα» |
| Στο χέρι μου εσύ σαν σημαιάκι που νικάει |
| Μαργαρίτα από νέον μ' αγαπάει και με σκορπάει |
| Και σκιές κοριτσιών σαν κι εσένα μου γελούν |
| Μόλις πάρει να χαράξει τρεις φορές θα μ' αρνηθούν |
| Δεν υπάρχω, δεν υπάρχω, δεν υπάρχω. |
| Δεν υπάρχω κι είμαι εδώ. |
| Πατάω δες στο ηλεκτροφόρο σου σκοινί |
| Με το όχι σου για δίχτυ σε μια πίστα αδειανή |
| Και αυτά τα μάτια που με πάνε στο κενό |
| Όλη νύχτα τα πληρώνω πριν χαράξει στα χρωστώ |
| Δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις, δεν υπάρχεις |
| Δεν υπάρχεις κι είσαι εδώ |